στηρίζω


στηρίζω
στηρίζω укреплять, ≃ утверждать

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "στηρίζω" в других словарях:

  • στηρίζω — make fast pres subj act 1st sg στηρίζω make fast pres ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στηρίζω — στηρίζω, στήριξα βλ. πίν. 23 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • στηρίζω — ΝΜΑ 1. κάνω κάτι σταθερό, ακλόνητο, εδραίο, στερεώνω, υποβαστάζω (α. «στήριξαν τον τοίχο με δοκάρια και δεν έπεσε» β. «Ζεὺς στήριξε κατὰ χθονός», Ησίοδ.) 2. (μέσ. και παθ.) στηρίζομαι α) ακουμπώ σταθερά σε κάτι, στέκομαι σε σταθερό υπόβαθρο (α.… …   Dictionary of Greek

  • στηρίζω — στήριξα, στηρίχτηκα, στηριγμένος 1. στερεώνω, κάνω κάτι σταθερό: Στήριξαν τη γέφυρα. 2. βασίζω: Η άποψή σου δε στηρίζεται σε σωστά επιχειρήματα. 3. υποβοηθώ κάποιον να σταθεί ή να ξεπεράσει κάποιες δυσκολίες: Η αντιπολίτευση στήριξε την κυβέρνηση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • στηρίζω — [сгиризо] р. подпирать …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • στηρίζεσθε — στηρίζω make fast pres imperat mp 2nd pl στηρίζω make fast pres ind mp 2nd pl στηρίζω make fast imperf ind mp 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στηρίζετε — στηρίζω make fast pres imperat act 2nd pl στηρίζω make fast pres ind act 2nd pl στηρίζω make fast imperf ind act 2nd pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στηρίζῃ — στηρίζω make fast pres subj mp 2nd sg στηρίζω make fast pres ind mp 2nd sg στηρίζω make fast pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στηρίξω — στηρίζω make fast aor subj act 1st sg στηρίζω make fast fut ind act 1st sg στηρίζω make fast aor ind mid 2nd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στηρίσει — στηρίζω make fast aor subj act 3rd sg (epic) στηρίζω make fast fut ind mid 2nd sg στηρίζω make fast fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • στηρίσουσιν — στηρίζω make fast aor subj act 3rd pl (epic) στηρίζω make fast fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) στηρίζω make fast fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)